ἄκατος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ἄκατος ἀκάτω ἄκατοι
Γενική ἀκάτου ἀκάτοιν ἀκάτων
Δοτική ἀκάτ ἀκάτοιν ἀκάτοις
Αιτιατική ἄκατον ἀκάτω ἀκάτους
Κλητική ἄκατε ἀκάτω ἄκατοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἄκατος < ομόρριζο με ἀκή και ἄκαινα (άκανθα, αιχμή, ακμή)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἄκατος θηλυκό και σπανίως αρσενικό

  1. πλοιάριο που χρησιμοποιείτο στον εμπορικό και πολεμικό στόλο, αλλά και στα μυστήρια και που ίσως ονομάστηκε έτσι επειδή ήταν μυτερή η πρώρα του
  2. κύπελλο σε σχήμα πλοίου

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • ἀκάτιον λέμβος, πλοιάριο πειρατικό ή επικουρικό