ἐξόδιον

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

ἐξόδιον ουδέτερο

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἐξόδιον < αρχαία ελληνική ἐξόδιος, ἐξόδιον[1]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἐξόδιον ουδέτερο

  1. κηδεία
    δείτε τη λέξη: ξόδι
  2. (στον πληθυντικό) τα ἐξόδια: η έξοδος

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

  1. ἐξόδιον - Επιτομή του Λεξικού Κριαρά της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας (1100-1669). greek‑language.gr - η Πύλη για την ελληνική γλώσσα (του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας). 



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία 1[επεξεργασία]

ἐξόδιον < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου: ἐξόδιος. Εννοείται το ουσιαστικό μέλος ή αὔλημα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἐξόδιον ουδέτερο

  1. (θέατρο) το τέλος της τραγωδίας
    • ἐξόδιον μέλος: το τραγούδι κατά την ἔξοδο (τελευταίο μέρος της τραγωδίας) καθώς αποχωρεί ο χορός από την ορχήστρα
      καὶ μέλος δέ τι ἐξόδιον ὅ ἐξιόντες ᾖδον και υπήρχε ένα εξόδιο τραγούδι που τραγουδούσαν καθώς έβγαιναν έξω [από την ορχήστρα]
      Ιούλιος Πολυδεύκης (Pollux) (2ος αιώνας) IV, 108
    • ἐξόδιον αὔλημα: μουσικό κομμάτι παιγμένο από αυλό κατά τη διάρκεια της εξόδου του χορού
  2. (μεταφορικά) οποιοδήποτε τραγικό τέλος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία 2[επεξεργασία]

ἐξόδιον: κλιτικός τύπος

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

ἐξόδιον

Open book icon.png Πηγές[επεξεργασία]