Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἱματιοθήκη

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ιματιοθήκη

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἱματιοθήκη αἱ ἱματιοθῆκαι
      γενική τῆς ἱματιοθήκης τῶν ἱματιοθηκῶν
      δοτική τῇ ἱματιοθήκ ταῖς ἱματιοθήκαις
    αιτιατική τὴν ἱματιοθήκην τὰς ἱματιοθήκᾱς
     κλητική ! ἱματιοθήκη ἱματιοθῆκαι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἱματιοθήκ
γεν-δοτ τοῖν  ἱματιοθήκαιν
1η κλίση, ομάδα 'γνώμη', Κατηγορία 'γνώμη' όπως «γνώμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἱματιοθήκη (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική ἱμάτι(ον) + -ο- + -θήκη (< τίθημι)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἱματιοθήκη θηλυκό