Μετάβαση στο περιεχόμενο

ὄρπαξ

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
δωρική κλίση
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ὀρπᾱκ-
ονομαστική ὄρπαξ τοὶ ὄρπακες
      γενική τῶ ὄρπακος τῶν ὀρπάκων
      δοτική τῷ ὄρπακ τοῖς ὄρπαξ(ν)
    αιτιατική τὸν ὄρπακ τώς ὄρπακᾰς
     κλητική ! ὄρπαξ ὄρπακες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ὄρπακε
γεν-δοτ τοῖν  ὀρπάκοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'φύλαξ' όπως «φύλαξ» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ὄρπαξ < λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ὄρπαξ, -ακος αρσενικό

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]