Ein-Euro-Job

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Germany.svg Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

Ein-Euro-Jobδείτε τις λέξεις: ein, Euro και Job

Open book 01.svg Πολυλεκτικός όρος[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική der Ein-Euro-Job die Ein-Euro-Jobs
γενική des Ein-Euro-Jobs der Ein-Euro-Jobs
δοτική dem Ein-Euro-Job den Ein-Euro-Jobs
αιτιατική den Ein-Euro-Job die Ein-Euro-Jobs

Ein-Euro-Job (de) αρσενικό

  1. εργασία κοινής ωφέλειας σε τομείς όπως η οικοδομή, η συντήρηση δημοσίων χώρων, που προτείνεται στους δικαιούχους ορισμένων δημοσίων βοηθημάτων