Familienstand

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

Familienstand < Familie (οικογένεια) + n + Stand (κατάσταση)
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική der Familienstand -
γενική des Familienstands -
δοτική dem Familienstand -
αιτιατική den Familienstand -

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /faˈmiːliənʃtant/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Familienstand (de) αρσενικό

  1. η οικογενειακή κατάσταση