Flugblatt

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική das Flugblatt die Flugblätter
γενική des Flugblatts
des Flugblattes
der Flugblätter
δοτική dem Flugblatt den Flugblättern
αιτιατική das Flugblatt die Flugblätter

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

Flugblatt < Flug + Blatt ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική feuille volant)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Flugblatt (de) ουδέτερο