Handel

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: handel, Händel

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

Handel 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική der Handel -
γενική des Handels -
δοτική dem Handel -
αιτιατική den Handel -

Handel (de) αρσενικό