Mund

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

Mund 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική der Mund die Münder
γενική des Munds
des Mundes
der Münder
δοτική dem Mund den Mündern
αιτιατική den Mund die Münder

Mund (de) αρσενικό