Schriftstück

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική Schriftstück Schriftstücke
γενική Schriftstück(e)s Schriftstücke
δοτική Schriftstück(e) Schriftstücken
αιτιατική Schriftstück Schriftstücke

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Schriftstück < Schrift (γραφή, σύγγραμμα) + Stück (κομμάτι)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Schriftstück (de), ουδέτερο

Συνώνυμα[επεξεργασία]