Trost

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική der Trost -
γενική des Trosts -
δοτική dem Trost -
αιτιατική den Trost -

Trost (de) αρσενικό

  1. παρηγοριά