Μετάβαση στο περιεχόμενο

acknowledge

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας acknowledge
γ΄ ενικό ενεστώτα acknowledges
αόριστος acknowledged
παθητική μετοχή acknowledged
ενεργητική μετοχή acknowledging

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /əkˈnɒl.ɪdʒ/ (βρετανικό)
(βρετανικό) τυπογραφικός συλλαβισμός: acknowledge
ΔΦΑ : /əkˈnɑː.lɪdʒ/ και /ɪkˈnɑl.ɪdʒ/ (ΗΠΑ)
 
(ΗΠΑ) τυπογραφικός συλλαβισμός: acknowledge ή ac-knowl-edge

acknowledge (en)

  1. παραδέχομαι ότι κάτι είναι αλήθεια
    παράδειγμα  He refused to acknowledge defeat.
    Αρνιόταν να παραδεχθεί την ήττα του.
    παράδειγμα  He didn’t want to acknowledge his mistake.
    Δεν ήθελε να παραδεχθεί το λάθος του.
  2. αναγνωρίζω, αποδέχομαι ότι κάποιος ή κάτι έχει μια συγκεκριμένη εξουσία ή ιδιότητα
    παράδειγμα  He was acknowledged as a great poet.
    Αναγνωρίστηκε ως μεγάλος ποιητής.
  3. (επίσημο) βεβαιώνω, γνωστοποιώ, λέω σε κάποιον ότι έλαβα κάτι που μου έστειλε
    παράδειγμα  I am acknowledging receipt of your remittance.
    Βεβαιώνω/Γνωστοποιώ λήψη του εμβάσματός σας.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη certify
  4. (επίσημο) χαιρετώ, δείχνω ότι αντιλαμβάνομαι κάποιον ή κάτι με χαμόγελο, κούνημα χεριού κτλ.
    παράδειγμα  They aren’t on speaking terms and don’t acknowledge each other.
    Είναι μαλωμένοι και δε χαιρετιούνται.
  5. (επίσημο) αναγνωρίζω, εκφράζω δημόσια τις ευχαριστίες μου για τη βοήθεια που μου δόθηκε
    παράδειγμα  I acknowledge my debt to you and I thank you.
    Αναγνωρίζω το χρέος μου προς εσάς και σας ευχαριστώ.
  6. (τηλεπικοινωνίες, δίκτυο υπολογιστών) γνωστοποιώ στον αποστολέα, ορθή λήψη σήματος, μηνύματος, κτλ.
    συντομογραφία: ack, ACK

Συγγενικά

[επεξεργασία]