αποστολέας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο αποστολέας οι αποστολείς
      γενική του αποστολέα των αποστολέων
    αιτιατική τον αποστολέα τους αποστολείς
     κλητική αποστολέα αποστολείς
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αποστολέας < αρχαία ελληνική ἀποστολεύς

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αποστολέας αρσενικό ή θηλυκό

  1. αυτός που αποστέλλει μια επιστολή, δέμα κλπ

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

δείτε τη λέξη  αποστολή

Μεταφράσεις[επεξεργασία]