campagus

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Λατινικά (la) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

campagus < campus + ago

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

campagus αρσενικό (λέξη της μεσαιωνικής λατινικής)

  1. καμπάγι, είδος (στρατιωτικού) ρωμαϊκού ή βυζαντινού ξώφτερνου επίσημου/βασιλικού υποδήματος
    corrigias gemmeas adnexuit, cum campagos reticulos appellaret (Scriptores Historiae Augustae, Gallieni duo, 16, 6, 1)

Κλίση[επεξεργασία]

αριθμός ενικός πληθυντικός
ονομαστική campagus campagī
γενική campagī campagōrum
δοτική campagō campagīs
αιτιατική campagum campagōs
κλητική campage campagī
αφαιρετική campagō campagīs
(β' κλίση)