compelling

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

compelling (en)

  1. υποχρεωτικός, εξαναγκαστικός
    compelling reasons - εξαναγκαστική αιτία
    (κάτι που με υποχρεώνει να μην κάνω κάτι άλλο που είχα προβλέψει)
  2. συναρπαστικός