dependent

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

dependent (en)

  1. εξαρτημένος
    dependent variable - εξαρτημένη μεταβλητή
    dependent clause - εξαρτημένη (δευτερεύουσα) πρόταση
  2. ο εξαρτώμενος, που εξαρτάται από κάτι για να ικανοποιήσει τις ανάγκες του



Ρουμανικά (ro) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

dependent (ro)

  1. εξαρτώμενος