lean

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

lean (en)

  1. γέρνω, σκύβω, κλίνω
  2. πιέζω
  3. στηρίζομαι, ακουμπώ
    don't lean on doors - μη στηρίζεστε πάνω στις πόρτες

Επίθετο[επεξεργασία]

lean (en)

  1. (για ανθρώπους) λεπτός, αδύνατος
  2. (για κρέας) άπαχος
  3. λιτός