mea
Εμφάνιση
Κατωιταλικά (grk-ita)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]mea < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική μέγας
Επίθετο
[επεξεργασία]mea (mèa)
Πηγές
[επεξεργασία]- mèa Vocabolario σελ.320 - Λαμπρινός Στέφανος. Stephanos Lambrinos. (1994) Il dialetto greco Salentino nelle poesie locali. [Η ελληνική διάλεκτος του Σαλέντο στην τοπική ποίηση.] (στα ιταλικά) Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Φιλοσοφική Σχολή. Τμήμα Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας. Tübingen. DOI.10.12681/eadd/9045 (συντομογραφίες · κανόνες · σημειώσεις · ΔEITE)
Ίντο (io)
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]mea (io)
Αντωνυμία
[επεξεργασία]mea (io)
Λατινικά (la)
[επεξεργασία]
Κλιτικός τύπος αντωνυμίας
[επεξεργασία]mea
- δική μου
Κλίση
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | meus | mea | meum | meī | meae | mea |
| γενική | meī | meae | meī | meōrum | meārum | meōrum |
| δοτική | meō | meae | meō | meīs | meīs | meīs |
| αιτιατική | meum | meam | meum | meōs | meās | mea |
| κλητική | - | - | - | - | - | - |
| αφαιρετική | meō | meā | meō | meīs | meīs | meīs |
(Επίθετα) (Μετοχές) (Αντωνυμίες) (Γερουνδιακά) | ||||||
Παπιαμέντο (pap)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]mea
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Χαβανέζικα (haw)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]mea
Συγγενικά
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Κληρονομημένες λέξεις από τα αρχαία ελληνικά (κατωιταλικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (κατωιταλικά)
- Κατωιταλικά
- Επίθετα (κατωιταλικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Γλώσσα ίντο
- Επίθετα (ίντο)
- Αντωνυμίες (ίντο)
- Κλιτικοί τύποι αντωνυμιών (λατινικά)
- Γλώσσα παπιαμέντο
- Ουσιαστικά (παπιαμέντο)
- Χαβανέζικη γλώσσα
- Ουσιαστικά (χαβανέζικα)
- Χρώματα (χαβανέζικα)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)