Μετάβαση στο περιεχόμενο

particular

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός particular
συγκριτικός more particular
υπερθετικός most particular

Επίθετο

[επεξεργασία]

particular (en)

  1. (χωρίς παραθετικά, μόνο πριν από το ουσιαστικό) συγκεκριμένος, ορισμένος, ιδιαίτερος, χρησιμοποιείται για να τονίσει ότι αναφέρεται σε ένα άτομο, πράγμα ή είδος πράγματος και όχι σε άλλα
    παράδειγμα  in this particular case - σε αυτή την συγκεκριμένη περίπτωση
    παράδειγμα  an expert in a particular field - ένας ειδικός σε έναν ορισμένο τομέα
    παράδειγμα  He wrote a short history on his particular homeland.
    Έγραψε μια σύντομη ιστορία της ιδιαίτερής του πατρίδας.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη specific
  2. (μόνο πριν από το ουσιαστικό) συγκεκριμένος, ιδιαίτερος, ειδικός, μεγαλύτερο από το συνηθισμένο
    παράδειγμα  for no particular reason - χωρίς συγκεκριμένο λόγο/χωρίς κανένα ιδιαίτερο λόγο
    παράδειγμα  I take particular care of something.
    Καταβάλλω ειδική φροντίδα για κάτι.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη special
  3. ιδιότροπος, σχολαστικός, είμαι πολύ σίγουρος για το τι μου αρέσει και προσέχω τι επιλέγω
    παράδειγμα  He’s very particular about his clothes.
    Είναι ιδιότροπος στο θέμα των ρούχων του.
    παράδειγμα  She isn’t particular at all, she eats whatever she is given.
    Δεν είναι καθόλου ιδιότροπη, τρώει ό,τι της δώσεις.
    παράδειγμα  I am not particular about food.
    Δεν είμαι σχολαστικός στο φαΐ μου.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη fastidious

Παράγωγα

[επεξεργασία]