piekarz

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική (mianownik) piekarz piekarze
γενική (dopełniacz) piekarza piekarzy
δοτική (celownik) piekarzowi piekarzom
αιτιατική (biernik) piekarza piekarzy
οργανική (narzędnik) piekarzem piekarzami
τοπική (miejscownik) piekarzu piekarzach
κλητική (wołacz) piekarzu piekarze

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

piekarz < από τη λέξη piec

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

piekarz 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

piekarz (pl) αρσενικό

  1. φούρναρης

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

δείτε τη λέξη: piekarnia