spread

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

spread (en)

  1. η εξάπλωση
  2. η διαφορά επιτοκίων δανεισμού μεταξύ δύο χωρών

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

Ενεστώτας spread
γ΄ ενικό Ενεστώτα spreads
Αόριστος spread
Παθητική μετοχή spread
Ενεργητική μετοχή spreading

spread (en)

  1. (μεταβατικό) απλώνω, διασκορπίζω
  2. (μεταβατικό) αλείφω (πχ βούτυρο στο ψωμί)
  3. (μεταβατικό) εξαπλώνω
  4. (αμετάβατο) εξαπλώνομαι

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

μεταφορικά:

απλώνω κάτι αρχικώς κεντρικό:

λογοτεχνικό: