spread

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) []

Open book 01.svg Ρήμα[]

spread (en) (αόρ. : spread, παθ. μτχ. : spread)

  1. (μεταβατικό) απλώνω, διασκορπίζω
  2. (μεταβατικό) αλείφω (πχ βούτυρο στο ψωμί)
  3. (μεταβατικό) εξαπλώνω
  4. (αμετάβατο) εξαπλώνομαι

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

spread (en)

  1. η εξάπλωση
  2. η διαφορά επιτοκίων δανεισμού μεταξύ δύο χωρών

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[]

Η λέξη αυτή όταν χρησιμοποιείται σε ελληνικά οικονομικά κείμενα αναφέρεται στη διαφορά επιτοκίων δανεισμού μεταξύ Γερμανίας και Ελλάδας