spread

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
spread spreads

spread (en)

  1. η εξάπλωση
  2. η διαφορά επιτοκίων δανεισμού μεταξύ δύο χωρών
  3. η κρέμα, ένα μαλακό φαγητό που βάλω στο ψωμί
    hazelnut spread - κρέμα φουντουκιού

Ρήμα[επεξεργασία]

ενεστώτας spread
γ΄ ενικό ενεστώτα spreads
αόριστος spread
παθητική μετοχή spread
ενεργητική μετοχή spreading
αγγλικά ανώμαλα ρήματα

spread (en)

  1. (μεταβατικό) απλώνω, διασκορπίζω, στρώνω
    I spread a slice of bread with butter.
    Στρώνω μια φέτα με βούτυρο.
     συνώνυμα: → δείτε τη λέξη cover
  2. (μεταβατικό) αλείφω (πχ βούτυρο στο ψωμί)
  3. (μεταβατικό) εξαπλώνω
  4. (αμετάβατο) εξαπλώνομαι

Πηγές[επεξεργασία]