stopper

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

stopper (en)


Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

stopper < αγγλική to stop

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /stɔ.pe/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

stopper (fr) (μεταβατικό)

  1. κάνω κάτι να σταματήσει, φράζω
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: bloquer
  2. (πιο συνηθισμένο) (μεταφορικά) σταματώ κάτι, θέτω ένα τέρμα σε κάτι

(αμετάβατο)

  1. σταματώ, διακόπτομαι
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: s'interrompre
  2. μαντάρω

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]