Πέρσης
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | Πέρσης | Πέρσες |
| γενική | Πέρση | Περσών |
| αιτιατική | Πέρση | Πέρσες |
| κλητική | Πέρση | Πέρσες |
Ετυμολογία [
]
- Πέρσης < → Η ετυμολογία λείπει.
Κύριο όνομα [
]
Πέρσης αρσενικό (θηλυκό Περσίδα)
- ο κάτοικος της Περσίας
[
]
- → δείτε τη λέξη: Περσία