αιώνας
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | αιώνας | αιώνες |
| γενική | αιώνα | αιώνων |
| αιτιατική | αιώνα | αιώνες |
| κλητική | αιώνα | αιώνες |
[
]
Ετυμολογία
- αιώνας < αρχαία ελληνική αἰών
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
αιώνας αρσενικό
- χρονική περίοδος εκατό (100) ετών
- περίοδος της ιστορίας που χαρακτηρίζεται από την παρουσία και το έργο μιας προσωπικότητας ή την επίδραση μιας κοινωνικής, τεχνολογικής κλπ εξέλιξης
- γεωλογική περίοδος
- μεσοζωϊκός αιώνας
[
] Εκφράσεις
- στον αιώνα τον άπαντα: για πάντα, έως την αιωνιότητα
- εις τους αιώνας των αιώνων: (εκκλησιαστική φράση) έως την αιωνιότητα
- χρυσός αιώνας: εποχή μεγάλης ακμής