αμάλγαμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αμάλγαμα αμαλγάματα
γενική αμαλγάματος αμαλγαμάτων
αιτιατική αμάλγαμα αμαλγάματα
κλητική αμάλγαμα αμαλγάματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αμάλγαμα < γαλλική amalgame < μεσαιωνική λατινική amalgama

Open book 01.svg Ουσιαστικό []

αμάλγαμα ουδέτερο

  1. κράμα υδραργύρου και άλλου μετάλλου
  2. (κατ' επέκταση) κάθε προϊόν ανάμειξης που συγκεντρώνει τα θετικά χαρακτηριστικά των συστατικών του στοιχείων


32πχ Μεταφράσεις []