ανθυπασπιστής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ανθυπασπιστής ανθυπασπιστές
γενική ανθυπασπιστή ανθυπασπιστών
αιτιατική ανθυπασπιστή ανθυπασπιστές
κλητική ανθυπασπιστή ανθυπασπιστές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ανθυπασπιστής < αντί- + υπασπιστής

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ανθυπασπιστής αρσενικό ανθυπασπίστρια, η θηλυκό

  1. στρατιωτικός με βαθμό ανώτερο των υπαξιωματικών και κατώτερο των κατώτερων αξιωματικών. Συντομογραφία: ανθστής
  2. (παλαιότερα) αντίστοιχος βαθμός της χωροφυλακής ανώτερος του ενωμοτάρχη και κατώτερος από του ανθυπομοίραρχου

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]