αυτοκτονία
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- αυτοκτονία < → Η ετυμολογία λείπει. (Προσθέστε την!)
Προφορά
- ΔΦΑ : /af.tɔ.ktɔ.ˈni.a/
Ουσιαστικό
αυτοκτονία θηλυκό
- η πράξη με την οποία κάποιος βάζει ο ίδιος τέρμα στη ζωή του