γαλήνη
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | γαλήνη | - |
| γενική | γαλήνης | - |
| αιτιατική | γαλήνη | - |
| κλητική | γαλήνη | - |
Ετυμολογία [
]
- γαλήνη < αρχαία ελληνική γαλήνη
Προφορά [
]
Ουσιαστικό [
]
γαλήνη θηλυκό μόνο στον ενικό
- η ήρεμη κατάσταση της θάλασσας ή της ατμόσφαιρας, γενικά
- (μεταφορικά) η ψυχική και πνευματική ηρεμία
[
]
Μεταφράσεις [
]
Αρχαία ελληνικά (grc) [
]
Ετυμολογία [
]
γαλήνη < → Η ετυμολογία λείπει.
Ουσιαστικό [
]
γαλήνη θηλυκό
- η γαλήνη της θάλασσας, η μπουνάτσα