γλυκάνισο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γλυκάνισο γλυκάνισα
γενική γλυκάνισου γλυκάνισων
αιτιατική γλυκάνισο γλυκάνισα
κλητική γλυκάνισο γλυκάνισα
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γλυκάνισο γλυκάνισα
γενική γλυκανίσου γλυκανίσων
αιτιατική γλυκάνισο γλυκάνισα
κλητική γλυκάνισο γλυκάνισα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

γλυκάνισο < ελληνιστική κοινή γλυκάνισον < αρχαία ελληνική γλυκ(ύς) + ἄνισον

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ɣli.ˈka.ni.sɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

σπόροι γλυκάνισου

γλυκάνισο ουδέτερο

  • (Pimpinella anisum) μονοετές φυτό με κιτρινόλευκα άνθη και καρπούς που αποτελούνται ο καθένας από δυο μικρούς αρωματικούς σπόρους κολλημένους μεταξύ τους. Ανθίζει το καλοκαίρι και στους σπόρους του υπάρχει αιθέριο έλαιο. Χρησιμοποιείται ως καρύκευμα στο ψωμί, στη φαρμακευτική και ως αρωματικό στο ούζο, στη ρακή κ.λπ.

32πχ Μεταφράσεις[]