γλυκάνισο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | γλυκάνισο | γλυκάνισα |
| γενική | γλυκάνισου | γλυκάνισων |
| αιτιατική | γλυκάνισο | γλυκάνισα |
| κλητική | γλυκάνισο | γλυκάνισα |
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | γλυκάνισο | γλυκάνισα |
| γενική | γλυκανίσου | γλυκανίσων |
| αιτιατική | γλυκάνισο | γλυκάνισα |
| κλητική | γλυκάνισο | γλυκάνισα |
Ετυμολογία [
]
- γλυκάνισο < ελληνιστική κοινή γλυκάνισον < αρχαία ελληνική γλυκ(ύς) + ἄνισον
Προφορά [
]
- ΔΦΑ : /ɣli.ˈka.ni.sɔ/
Ουσιαστικό [
]
σπόροι γλυκάνισου
γλυκάνισο ουδέτερο
- (Pimpinella anisum) μονοετές φυτό με κιτρινόλευκα άνθη και καρπούς που αποτελούνται ο καθένας από δυο μικρούς αρωματικούς σπόρους κολλημένους μεταξύ τους. Ανθίζει το καλοκαίρι και στους σπόρους του υπάρχει αιθέριο έλαιο. Χρησιμοποιείται ως καρύκευμα στο ψωμί, στη φαρμακευτική και ως αρωματικό στο ούζο, στη ρακή κ.λπ.
Μεταφράσεις [
]
γλυκάνισο