δαίμων
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- δαίμων < αρχαία ελληνική δαίμων
[
]
Ουσιαστικό
δαίμων αρσενικό
- (καθαρεύουσα) ο δαίμονας (κακοποιό πνεύμα)
[
] Εκφράσεις
- ο δαίμων του τυπογραφείου: αστεϊσμός σχετικός με τα τυπογραφικά λάθη που υπονοεί αμέλεια εκ μέρους των τυπογράφων και διορθωτών ενός εντύπου
- χτύπησε πάλι ο δαίμων του τυπογραφείου: ο τίτλος του πρωτοσέλιδου άρθρου μπήκε στη σελίδα με τις μικρές αγγελίες!
[
]
Μεταφράσεις
δαίμων
|
→ δείτε τη λέξη: δαίμονας |