δεσπότης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δεσπότης δεσπότες
& δεσποτάδες
γενική δεσπότη δεσποτών
& δεσποτάδων
αιτιατική δεσπότη δεσπότες
& δεσποτάδες
κλητική δεσπότη δεσπότες
& δεσποτάδες
Κλητ.ενικ. και δέσποτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

δεσπότης < αρχαία ελληνική δεσπότης

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ðɛ.ˈspɔ.tis/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

δεσπότης αρσενικό

  1. ηγεμόνας, άρχοντας
  2. επίσκοπος (με κλητική δέσποτα και πληθυντικό δεσπότες και δεσποτάδες)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

δεσπότης < από το *déms-pótis < *déms, αρχαϊκή γενική του δόμος ("σπίτι") + *potis ("κύριος") (βλέπε και πόσις, σύζυγος). Συγγενές με το σανσκριτικό दम्पति (dám-pati), "κύριος του σπιτιού"

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

δεσπότης αρσενικό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]