εμβριθής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ἐμβριθής

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική εμβριθής εμβριθής εμβριθές
γενική εμβριθούς εμβριθούς εμβριθούς
αιτιατική εμβριθή εμβριθή εμβριθές
κλητική εμβριθή(ς) εμβριθής εμβριθές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εμβριθείς εμβριθείς εμβριθή
γενική εμβριθών εμβριθών εμβριθών
αιτιατική εμβριθείς εμβριθείς εμβριθή
κλητική εμβριθείς εμβριθείς εμβριθή

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

εμβριθής < αρχαία ελληνική ἐμβριθής < ἐμβρίθω < ἐν + βρίθω

Open book 01.svg Επίθετο[]

εμβριθής αρσενικό, εμβριθής θηλυκό, εμβριθές ουδέτερο

  • που διακρίνεται για τη διεισδυτικότητα του πνεύματος, τη βαθιά γνώση του, που έχει εντρυφήσει σε ορισμένο αντικείμενο
    Ο Σωκράτης, αν και αποκλειστικά και μόνο ανθρώπινος, βρίσκεται κατά κάποιο τρόπο πιο κοντά του, όντας βαθύς και εμβριθής στοχαστής, μη βίαιος άνθρωπος, θύμα και ο ίδιος μιας αναίτιας και τυφλής βίας. (*)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

32πχ Μεταφράσεις[]