καλαμπόκι
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | καλαμπόκι | καλαμπόκια |
| γενική | καλαμποκιού | καλαμποκιών |
| αιτιατική | καλαμπόκι | καλαμπόκια |
| κλητική | καλαμπόκι | καλαμπόκια |
[
]
Ετυμολογία
- καλαμπόκι < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /ka.la.ˈbɔ.ci/
[
]
Ουσιαστικό
καλαμπόκι ουδέτερο
- ετήσιο φυτό, που κανονικά φτάνει μέχρι 3 μέτρα· έχει μακρά στενά πράσινα φύλλα και καλλιεργείται για τους κίτρινους εδώδιμους κόκκους του που δημιουργούν σειρές σε κυλινδρικό σχήμα
- οι κίτρινοι κόκκοι που παράγονται από το παραπάνω φυτό
[
]
Σύνθετα
[
]
Συνώνυμα
[
]
[
]
Δείτε επίσης
- καλαμπόκι στη Βικιπαίδεια
