μήλο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- μήλο < αρχαία ελληνική (Όμηρος) μῆλον (1. καρπός 2. πρόβατο)
Προφορά
Ουσιαστικό
μήλο ουδέτερο
- ο εδώδιμος καρπός της μηλιάς (μηλέας)
- (στον πληθυντικό) τα μήλα του προσώπου: τα ζυγωματικά, το άνω τμήμα των παρειών
Εκφράσεις
- το μήλο του Αδάμ: ο κόμπος, η προεξοχή στο λαιμό των ανδρών, το καρύδι
- το μήλο κάτω απ' τη μηλιά θα πέσει: τα παιδιά φέρονται όπως και οι γονείς τους
- το μήλον της έριδος: αντικείμενο διαμάχης
Συγγενικές λέξεις
Σύνθετα
Σημειώσεις
- Στην αγγλική, η λέξη melon και τα σύνθετά της, σημαίνουν επίσης καρπούς: melon πεπόνι, watermelon, καρπούζι, κλπ.
- Το ίδιο συμβαίνει και σε άλλες γλώσσες με λέξεις που προέρχονται από την λατινική melo (γενική: melonis).

