μανταρίνι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

μανταρίνι (1)
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μανταρίνι μανταρίνια
γενική μανταρινιού μανταρινιών
αιτιατική μανταρίνι μανταρίνια
κλητική μανταρίνι μανταρίνια

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

μανταρίνι < αγγλική mandarin ή ιταλική mandarino
Οι μανδαρίνοι φορούσαν κίτρινες-πορτοκαλόχροες ρόμπες, και, λόγω του χρώματος, έτσι ονομάσθηκε και ο καρπός.

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

μανταρίνι ουδέτερο

  1. ο καρπός του φυτού μανταρινιά, που έχει χρώμα πορτοκαλί και μοιάζει με το πορτοκάλι

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες