πλατφόρμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πλατφόρμα πλατφόρμες
γενική πλατφόρμας πλατφορμών
αιτιατική πλατφόρμα πλατφόρμες
κλητική πλατφόρμα πλατφόρμες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πλατφόρμα < γαλλική plate-forme

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

πλατφόρμα θηλυκό

  1. → Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης.


32πχ Μεταφράσεις[]