πλατφόρμα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | πλατφόρμα | πλατφόρμες |
| γενική | πλατφόρμας | πλατφορμών |
| αιτιατική | πλατφόρμα | πλατφόρμες |
| κλητική | πλατφόρμα | πλατφόρμες |
[
]
Ετυμολογία
- πλατφόρμα < γαλλική plate-forme
[
]
Ουσιαστικό
πλατφόρμα θηλυκό
[
]
Μεταφράσεις
πλατφόρμα