πτερόν
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- πτερόν < → Η ετυμολογία λείπει.
Ουσιαστικό [
]
πτερόν ουδέτερο
- (καθαρεύουσα) το φτερό
- (αρχιτεκτονική) το περιστύλιο αρχαίου ναού
Σύνθετα [
]
Μεταφράσεις [
]
πτερόν