φτερό
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | φτερό | φτερά |
| γενική | φτερού | φτερών |
| αιτιατική | φτερό | φτερά |
| κλητική | φτερό | φτερά |
[
]
Ετυμολογία
- φτερό < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
φτερό ουδέτερο
- το καθένα από τα δύο μέλη (άνω άκρα) του σώματος των πτηνών και τα αντίστοιχα αρκετών εντόμων που χρησιμεύουν στο πέταγμα
- στέλεχος των φτερών (1) των πτηνών με αρκετές διακλαδώσεις
- εργαλείο ξεσκονίσματος που αποτελείται συνήθως από φτερά (2)
- καθετί που μοιάζει ή που λειτουργεί ως φτερό (1), ιδίως οι πτέρυγες των αεροπλάνων
- (στο αυτοκίνητο) το μεταλλικό προστατευτικό κάλυμμα των τροχών
- (αθλητισμός) κατηγορία στην πυγμαχία και στην πάλη
[
] Εκφράσεις
- κατηγορία φτερού
- φτερό στον άνεμο
- ανοίγω τα φτερά μου, απλώνω τα φτερά μου: ξεκινάω να κάνω κάτι μεγαλεπήβολο
- βάζω φτερά (στα πόδια μου): ενεργώ πολύ γρήγορα
- βγάζω φτερά: ενεργώ πολύ γρήγορα
- κάνω φτερά: (κυρίως για πράγματα) εξαφανίζομαι, χάνομαι, κλέβομαι
- κόβω τα φτερά (κάποιου): του δημιουργώ απογοήτευση
- (κάνω κάτι) φύλλο και φτερό: