πόλωση
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | πόλωση | πολώσεις |
| γενική | πόλωσης | πολώσεων |
| πολώσεως | ||
| αιτιατική | πόλωση | πολώσεις |
| κλητική | πόλωση | πολώσεις |
Ετυμολογία
- πόλωση < → Η ετυμολογία λείπει. (Προσθέστε την!)
Προφορά
Ουσιαστικό
πόλωση θηλυκό
- Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης. (Προσθέστε τον/τους!)