πόλωση
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | πόλωση | πολώσεις |
| γενική | πόλωσης | πολώσεων |
| πολώσεως | ||
| αιτιατική | πόλωση | πολώσεις |
| κλητική | πόλωση | πολώσεις |
[
]
Ετυμολογία
- πόλωση < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
πόλωση θηλυκό
[
]
[
]
Μεταφράσεις
πόλωση