σαλόνι
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | σαλόνι | σαλόνια |
| γενική | σαλονιού | σαλονιών |
| αιτιατική | σαλόνι | σαλόνια |
| κλητική | σαλόνι | σαλόνια |
Ετυμολογία [
]
- σαλόνι < → Η ετυμολογία λείπει.
Προφορά [
]
Ουσιαστικό [
]
σαλόνι ουδέτερο
- δωμάτιο επιπλωμένο με καναπέδες και πολυθρόνες για την υποδοχή επισκεπτών
- η επίπλωση αυτού του δωματίου
- (στον πληθυντικό, ειρωνικά) το αριστοκρατικό περιβάλλον
- συνήθισε στα σαλόνια και ξέχασε τη λαϊκή καταγωγή του
- απ' τ' αλώνια στα σαλόνια
- (τυπογραφία) συνεχόμενες σελίδες εντύπου που φαίνονται σαν σύνολο και συνήθως περιέχουν μία ενιαία φωτογραφία
Εκφράσεις [
]
- του σαλονιού: καλομαθημένος στην άνεση και την πολυτέλεια
[
]
Μεταφράσεις [
]
δωμάτιο
επίπλωση
τυπογραφία