σπαθί
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | σπαθί | σπαθιά |
| γενική | σπαθιού | σπαθιών |
| αιτιατική | σπαθί | σπαθιά |
| κλητική | σπαθί | σπαθιά |
[
]
Ετυμολογία
- σπαθί < σπαθίον < σπάθη
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
σπαθί ουδέτερο
- όπλο που αποτελείται από μια μακριά, κοφτερή και, συνήθως, ατσάλινη λεπίδα που έχει προσαρμοστεί σε ειδική λαβή
- (χαρτοπαίγνια) χαρτί της τράπουλας με μαύρο χρώμα που φέρει το σήμα του τριφυλλιού (♣)
- (μεταφορικά) άτομο εμπιστοσύνης που συμπεριφέρεται σωστά και με τιμιότητα
[
] Εκφράσεις
- με το σπαθί μου: με την προσωπική προσπάθεια και αξία
[
]
Συνώνυμα
[
]
[
]
Σύνθετα
[
]
Μεταφράσεις
όπλο