σχολαστικός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | ||
|---|---|---|---|
| ονομαστική | σχολαστικός | σχολαστική | σχολαστικό |
| γενική | σχολαστικού | σχολαστικής | σχολαστικού |
| αιτιατική | σχολαστικό | σχολαστική | σχολαστικό |
| κλητική | σχολαστικέ | σχολαστική | σχολαστικό |
| πτώση | πληθυντικός | ||
| ονομαστική | σχολαστικοί | σχολαστικές | σχολαστικά |
| γενική | σχολαστικών | σχολαστικών | σχολαστικών |
| αιτιατική | σχολαστικούς | σχολαστικές | σχολαστικά |
| κλητική | σχολαστικοί | σχολαστικές | σχολαστικά |
[
]
Ετυμολογία
- σχολαστικός < σχολάζω
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /sxɔ.la.sti.ˈkɔs/ αρσενικό
- ΔΦΑ : /sxɔ.la.sti.ˈci/ θηλυκό
- ΔΦΑ : /sxɔ.la.sti.ˈkɔ/ ουδέτερο
[
]
Επίθετο
σχολαστικός, -ή, -ό
- που έχει σχέση με το θεολογικό και φιλοσοφικό τρόπο σκέψης του Μεσαίωνα, με τον οποίο επιδιωκόταν η θεμελίωση των χριστιανικών αντιλήψεων και δογμάτων στη φιλοσοφία και τη Λογική, κυρίως με βάση τις πλατωνικές, νεοπλατωνικές και αριστοτελικές αρχές
- (μεταφορικά-μειωτικά) που χαρακτηρίζεται από υπερβολική προσήλωση στις τυπικές λεπτομέρειες, εις βάρος της ουσίας
- που γίνεται με ιδιαίτερη προσοχή
[
]
Μεταφράσεις
[
]
Ουσιαστικό
σχολαστικός αρσενικό