τρελός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- τρελός < λέξη της μεταγενέστερης ελληνικής τρηρός
[
]
Προφορά
[
]
Επίθετο
τρελός, -ή, -ό
- που έχει τρελαθεί
- που αγαπά παθιασμένα κάποιον ή κάτι
-
- είναι τρελοί με την ομάδα τους
-
- που βρίσκεται πέρα από τη λογική, ο παράλογος
-
- τι είναι τα τρελά που λες;
-
- που βρίσκεται πέρα από αυτό που μπορεί κάποιος να ανεχτεί, ο εξωφρενικός
-
- είναι τρελό να χρησιμοποιείς το αυτοκίνητο για να πας να αγοράσεις τσιγάρα!
-
- ο ανόητος, ο απερίσκεπτος
-
- όταν είπε την τρελή του ιδέα να ληστέψουν την τράπεζα, όλοι γέλασαν
-
- ο παράφορος, ο παθιασμένος
-
- τρελός έρωτας
-
- ο εύθυμος, ο ζωηρός, ο πολύ κεφάτος
-
- τρελό ταξίδι / βράδυ
-
- (σκάκι) ο Αξιωματικός
[
] Εκφράσεις
- κάνω σαν τρελός : ενθουσιάζομαι πολύ
- ο τρελός είδε το μεθυσμένο και φοβήθηκε : ο μεθυσμένος είναι πιο επικίνδυνος από τον τρελό
- τρελός για δέσιμο : ολοκληρωτικά τρελός
[
]
[
]
Σύνθετα
- θεότρελος
- μισότρελος
- τρελογιατρός
- τρελοκαμπέρω
- τρελοκομείο
- τρελοκόριτσο
- τρελόπαιδο
- τρελοπαντιέρα
- τρελόχαρτο
[
]
Ουσιαστικό
τρελός αρσενικό, τρελή θηλυκό
[
] Εκφράσεις
- της τρελής : μεγάλη αναστάτωση