φάρμακον
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Αρχαία ελληνικά (grc) [
]
Ετυμολογία [
]
- φάρμακον < αβέβαιης ετυμολογίας, με πιθανότερη εκδοχή τη σύνθεση της λέξης από το ἄκος (θεραπεία) και ή το ρήμα φέρω ή την αιγυπτιακή ρίζα -pahr- που σήμαινε κάτι μαγικό αλλά και φάρμακο. Επίσης εικάζεται το φέρω + μάσσω
Ουσιαστικό [
]
φάρμακον ουδέτερο
- κάθε τι που παρασκευάζεται και επηρεάζει την υγεία ή τον ψυχισμό
- το σκεύασμα που θεραπεύει, το γιατρικό, το ίαμα
- φάρμακα εσθλά, φάρμακα ήπια, φάρμακα πλαστά, φάρμακα βρώσιμα ή πότιμα
- (μεταφορικά) χρησιμοποιήθηκε από αρχαίους συγγραφείς και με την έννοια της παρηγοριάς ή της ανακούφισης
- φάρμακον ἀρετᾶς ἐπί θανάτῳ (η αφοβία που παρέχει η αρετή έναντι του θανάτου)
- το μπαχαρικό για να νοστιμίζει ένα γεύμα
- το δηλητήριο
- ανδροφόνα φάρμακα και φάρμακα θυμοφθόρα
- το μαγικό ποτό, το μαγικό φίλτρο, η μαγγανεία
- το χρώμα στην τέχνη ή γενικά στη βιοτεχνία, αλλά και στα φτιασίδια, το μακιγιάζ των γυναικών