φαιδρός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

φαιδρός < αρχαία ελληνική φαιδρός

Open book 01.svg Επίθετο[]

φαιδρός, -ή, -ό

  1. που στερείται σοβαρότητας, που δεν μπορεί κανείς να τον πάρει στα σοβαρά, γελοίος, αστείος
    φαιδρό υποκείμενο
  2. (λόγιο) χαρούμενος, πρόσχαρος, ευχάριστος
    φαιδρή ατμόσφαιρα

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

φαιδρός < φαίνω (λάμπω)

Open book 01.svg Επίθετο[]

φαιδρός, -ά, -όν

  1. ο αστείος, ο εύθυμος, αυτός που ακτινοβολεί από χαρά (δεν είχε την έννοια του γελοίου)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]