Αγόρω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | Αγόρω | οι | Αγόρες |
| γενική | της | Αγόρως | των | Αγόρων |
| αιτιατική | την | Αγόρω | τις | Αγόρες |
| κλητική | Αγόρω | Αγόρες | ||
| Ο πληθυντικός σε -ες είναι σπάνιος. | ||||
| Κατηγορία όπως «τρελέγκω» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Αγόρω θηλυκό
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] Αγόρω
|
|