Κλωθώ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

Κλωθώ < αρχαία ελληνική Κλωθώ

Open book 01.svg Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Κλωθώ

  1. (μυθολογία), μία από τις τρεις Μοίρες της ελληνικής μυθολογίας

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός
Ονομαστική ἡ Κλωθώ
Γενική τῆς Κλωθοῦς
Δοτική τῇ Κλωθοῖ
Αιτιατική τὴν Κλωθώ
Κλητική (ὦ) Κλωθοῖ

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

Κλωθώ < κλώθω

Open book 01.svg Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Κλωθώ θηλυκό μόνο στον ενικό
  1. γυναικείο όνομα
  2. αυτή που κλώθει, η κλώθουσα
  3. (μυθολογία) η μία από τις τρεις Μοίρες, αυτή που γνέθει τη μοίρα του ανθρώπου, κόρη του Δία και της Νύχτας ή της Θέμιδος..

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]