Οφηλία
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | Οφηλία | οι | Οφηλίες |
| γενική | της | Οφηλίας | των | Οφηλιών |
| αιτιατική | την | Οφηλία | τις | Οφηλίες |
| κλητική | Οφηλία | Οφηλίες | ||
| Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /o.fiˈli.a/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : Ο‐φη‐λί‐α
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Οφηλία
- γυναικείο όνομα
- (αστρονομία) ένας από τους δορυφόρους του Ουρανού
- (αστρονομία) ένας αστεροειδής