Ρουμιάνκα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | Ρουμιάνκα | οι | Ρουμιάνκες |
| γενική | της | Ρουμιάνκας | — | |
| αιτιατική | τη | Ρουμιάνκα | τις | Ρουμιάνκες |
| κλητική | Ρουμιάνκα | Ρουμιάνκες | ||
| Η γενική πληθυντικού σε -ών δε συνηθίζεται. | ||||
| Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Ρουμιάνκα < (μεταγραφή) βουλγαρική Румянка (Rumjánka)
Μεταγραφή
[επεξεργασία]Ρουμιάνκα θηλυκό
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πείνα' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά χωρίς γενική πληθυντικού (νέα ελληνικά)
- Μεταγραμμένοι όροι - ονόματα από τα βουλγαρικά (νέα ελληνικά)
- Μεταγραφές (νέα ελληνικά)
- Γυναικεία ονόματα ξενικά (νέα ελληνικά)
- Γυναικεία ονόματα με επίθημα -άνκα (νέα ελληνικά)
- Γυναικεία ονόματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)