άζευκτος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική άζευκτος άζευκτη άζευκτο
γενική άζευκτου άζευκτης άζευκτου
αιτιατική άζευκτο άζευκτη άζευκτο
κλητική άζευκτε άζευκτη άζευκτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική άζευκτοι άζευκτες άζευκτα
γενική άζευκτων άζευκτων άζευκτων
αιτιατική άζευκτους άζευκτες άζευκτα
κλητική άζευκτοι άζευκτες άζευκτα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

άζευκτος < α- στερητικό + ζευγνύω/ζεύγνυμι + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

άζευκτος

  1. που δεν έχει σχηματίσει ζεύγος, που δεν έχει ζευχθεί
    1. άζευτος
      Όθεν βαλόντες το λείψανον επάνω εις ένα αμάξι, είτα δέσαντες το αμάξι εις δύω βόδια άζευκτα, αφήκαν αυτά να υπάγουν, όπου θελήσει ο Άγιος. (Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´)
    2. (φυσική) για σωματίδια
      το μοριακό οξυγόνο διαθέτει δυο άζευκτα ηλεκτρόνια (με παράλληλα σπίν)
    3. (για ποτάμια, θαλάσσια στενά κλπ) αγεφύρωτος


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]